Facebook

Κυριακή, 28 Οκτωβρίου 2018

Έπος του '40: Θ’ αφήσω πια την πένα μου, θα πιάσω τη σκανδάλη

«Από της δημοσιεύσεως της παρούσης απαγορεύομεν την λειτουργίαν εν τη περιφερεία ημών δίσκων γραμμοφώνων με περιεχόμενον ονειδιστικόν ή σατυρικόν εις βάρος αρχηγών ή άλλων προσωπικοτήτων ή των στρατευμάτων των φιλικών χωρών του Αξονος. Η απαγόρευσις είνε γενική και αφορά τας οικίας, καταστήματα και δημόσια κέντρα κ.λπ.».

Η ανακοίνωση της αστυνομικής διεύθυνσης στις 2 Ιουνίου του 1941 ήταν σαφής. Προειδοποιούσε, μάλιστα, πως μετά την παρέλευση της προθεσμίας, όποιος είχε στην κατοχή του τέτοιο υλικό θα συλλαμβάνεται «και θα παραπέμπεται εις την επιτροπήν ασφαλείας προς εκτοπισμόν».

Από τις πρώτες κιόλας ημέρες της κήρυξης του πολέμου από τους Ιταλούς, η «Πολεμική επιθεώρηση» στο θέατρο «Μοντιάλ» και ο θίασος αποτελούμενος από τους Σοφία Βέμπο, Αννα και Μαρία Καλουτά, Μάνο Φιλιππίδη, Γεωργία Βασιλειάδου, Ρένα Βλαχοπούλου κ.ά., ξεσήκωναν το κοινό. Από εκείνη τη σκηνή ο Μίμης Τραϊφόρος, κομπέρ της παράστασης, ανήγγειλε στους θεατές την κατάληψη της Κορυτσάς, του Αργυροκάστρου, των Αγίων Σαράντα όσο η ορχήστρα των Σουγιούλ - Παπαδόπουλου έπαιζε τον εθνικό ύμνο και το πλήθος αγκαλιαζόταν με ενθουσιασμό.

Ξεθάρρευαν τα θέατρα και ανέβαζαν το ένα μετά το άλλο πολεμικές επιθεωρήσεις, εξυμνώντας τον πατριωτισμό των Ελλήνων στην εθνική περιπέτεια. Στο «Αλάμπρα» παιζόταν το «Τσαρούχι» των Ασημακόπουλου -Σπυρόπουλου - Παπαδούκα, στο «Αλίκη» του Μουσούρη το «Μπράβο Κολονέλο» των Ευαγγελίδη - Σακελλάριου, στο «Κεντρικόν» η Κατερίνα Ανδρεάδη παρουσίαζε τις «Πολεμικές καντρίλιες» των Γιαλαμά - Οικονομίδη - Θίσβιου, το «Βρετάνια» έπαιζε το «Κορόιδο Μουσολίνι,» ενώ στο «Μοντιάλ» ανέβηκε και δεύτερη επιθεώρηση με τίτλο «Μπέλλα Γκρέτσια».

Φυλλάδια που δίνονταν στους θεατές, τους ενημέρωναν τι θα πράξουν σε περίπτωση αεροπορικού συναγερμού πηγαίνοντας στο καταφύγιο.

Τα τραγούδια που ακούγονταν σε αυτές τις παραστάσεις εμψυχώνοντας τους θεατές είναι κυρίως στίχοι οι οποίοι αναφέρονται στον πόλεμο, τον εχθρό και στηρίζονται σε αγαπημένες μελωδίες. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι το «Παιδιά της Ελλάδος παιδιά» που δημιουργήθηκε στα παρασκήνια όταν η Σοφία Βέμπο ζήτησε από τον Τραϊφόρο να της γράψει ένα πολεμικό τραγούδι πάνω στη μουσική της αγαπημένης της «Ζεχρά» του Σουγιούλ. Ανάλογο και το «Βάζει ο Ντούτσε τη στολή του». Μια παρωδία του Γιώργου Θίσβιου πάνω στο βουκολικό τραγούδι «Πλέκει η Βάσω τα προικιά της» του Θεόφραστου Σακελλαρίδη. Ο Θίσβιος της έγραψε σε δικούς της μάλιστα στίχους το «Στον πόλεμο βγαίνει ο Ιταλός» από το «Στ’ Λάρισα βγαίν’ ο Αυγερινός» του Απόστολου Μοσχούτη.

Αλλά δεν ξεσήκωνε μόνο η Βέμπο το κοινό. Δημοφιλείς ήταν επίσης η Δανάη Στρατηγοπούλου, η Κούλα Νικολαΐδου, η Ρένα Βλαχοπούλου, ο Νίκος Γούναρης και πολλοί ακόμη καλλιτέχνες, ενώ οι θίασοι «δραματικοί και μουσικοί, προσαρμόζονται στο κλίμα των ημερών». «Η λύση των πολεμικών επιθεωρήσεων, που ανανεώνουν διαρκώς τα νούμερά τους ανάλογα με τις εξελίξεις και δημιουργούν ευφορία στην πλατεία, είναι η πλέον κατάλληλη την περίοδο αυτή», σημειώνει η Κωνστάντζα Γεωργακάκη στο λεύκωμα «1894-2014 - Η εφήμερη γοητεία της Επιθεώρησης» (Τράπεζα Πειραιώς, εκδ. Polaris).

Το κοινό παρά τις απαγορεύσεις τρέχει στα θέατρα, οι καλλιτέχνες σε νοσοκομεία και τραυματίες, ιταλικές όπερες διασκευάζονται για να γελοιοποιηθεί ο εχθρός, η λογοκρισία προσπαθεί να εμποδίσει ότι υποψιάζεται και το κοινό αποκρυπτογραφεί.

Ρεμπέτικα και νεο-δημοτικά

Ωστόσο, δεν ήταν μόνο το ελαφρύ τραγούδι και οι επιθεωρήσεις της εποχής που συνδέθηκαν με τον πόλεμο του ’40. «Εκτός από τα ελαφρά τραγούδια που διαδόθηκαν από τις πολεμικές επιθεωρήσεις, τη δισκογραφία και το ραδιόφωνο, την ίδια περίοδο (πριν από το κλείσιμο του εργοστασίου της Ριζούπολης από τους Γερμανούς) αλλά και από το καλοκαίρι του 1946 (όταν επαναλειτούργησε) ηχογραφήθηκαν και πολλά νεο-δημοτικά και ρεμπέτικα τραγούδια με θέμα τον πόλεμο και την αντίσταση», σημειώνει ο Λάμπρος Λιάβας στο «Ελληνικό τραγούδι από το 1821 έως τη δεκαετία του 1950» (Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε., εκδ. Καπόν).

Τα ρεμπέτικα μπορεί να διώκονταν, δεν μπορούσαν να δισκογραφηθούν, επηρέαζαν όμως άλλα κοινωνικά στρώματα με τον άμεσο λόγο τους και τις παραλλαγές παλαιότερων επιτυχιών στις οποίες προσαρμόστηκαν επίκαιροι στίχοι. «Το 70% περίπου των ρεμπέτικων για τον ελληνοϊταλικό πόλεμο είναι εμψυχωτικά – πατριωτικά και μόνο το 30% περίπου είναι σατιρικά», έχει σημειώσει σε άρθρα του αλλά και σε εκπομπές του ο Πάνος Σαββόπουλος.

«Ψηλά στης Πίνδου τα βουνά» έγραψε ο Δ. Γκόγκος το 1940, «Πέντε Ελληνες στον Αδη» ο Γιάννης Παπαϊωάννου σε στίχους του Κώστα Μάνεση με αφορμή ένα περιστατικό στο αλβανικό μέτωπο το 1941, ενώ η «Βαρβάρα» του Παναγιώτη Τούντα έγινε «Ακου Ντούτσε μου τα νέα» τραγουδισμένη από τον Στελλάκη Περπινιάδη. Ο «Αντώνης ο βαρκάρης» μετατράπηκε σε «Μπενίτο» από τον Μάρκο Βαμβακάρη, το «Σιγά καλέ την άμαξα» του Βασίλη Τσιτσάνη σε «Ψηλά στ’ αλβανικά βουνά». Ο Απόστολος Χατζηχρήστος έγραψε «Στης Αλβανίας τα βουνά μερόνυχτα γυρνάω», ενώ ο Στέλιος Κερομύτης το 1941 το «Θα πάρω το ντουφέκι μου» που τραγούδησε η Νταίζη Σταυροπούλου και ο ίδιος έκανε φωνητικά με τον Μανώλη Χιώτη: «Θ’ αφήσω πια την πένα μου, θα πιάσω τη σκανδάλη/να δείξω την αντρεία μου/καθώς και τόσοι άλλοι».

Ο Βαμβακάρης τραγουδά σε στίχους του Γιώργου Φωτίδα το 1940 «Μουσολίνι άλλαξε γνώμη» πάνω στο χασάπικο «Γρουσούζης», ενώ στον «Αγύμναστο» σε στίχους πάλι του Φωτίδα περιγράφονται οι δυσκολίες του Μάρκου όταν επιστρατεύθηκε 35άρης.

Ένα αληθινό περιστατικό περιγράφουν επίσης ο Μπαγιαντέρας και ο Στέλιος Χρυσίνης στο «Του Κυριάκου το γαϊδούρι» που σφάχτηκε στην πείνα του 1942. Τα δύσκολα χρόνια της Κατοχής τα περιγράφει στο «Χαϊδάρι» ο Βαμβακάρης, ενώ ο Μιχάλης Γενίτσαρης καταγράφει άλλες αλήθειες στον «Σαλταδόρο» του κι ακόμη περισσότερες στο τραγούδι για τους μαυραγορίτες.

Πηγή: Καθημερινή

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου