Η Αθήνα πριν και μετά την εποχή των τυράννων

Η ΑΘΗΝΑ ΤΗΝ ΕΠΟΧΗ ΤΩΝ ΤΥΡΑΝΝΩΝ

Η μεγαλύτερη οικοδομική δραστηριότητα στην αρχαϊκή Αθήνα συμπίπτει, όπως φαίνεται, με την εποχή των τυράννων. Πριν από αυτή, διακρίνουμε μόνο κάποια απομεινάρια μνημειακών οικοδομημάτων στην Ακρόπολη και την αστική διάταξη της Αγοράς, αλλά και αργότερα το ενδιαφέρον της νεοφανούς δημοκρατίας για την οικοδόμηση δεν ήταν έντονο, με κάποιες μηδαμινές εξαιρέσεις.

Η εικόνα της Αθήνας μετά τους τυράννους ήταν ήδη εντυπωσιακή για την ποικιλία και τον αριθμό των δημόσιων κτιρίων. Η πόλη, με τα τείχη ή χωρίς, είχε πλάτος 1,5 χλμ., σίγουρα όμως δεν ήταν οικοδομημένη σε όλο της το πλάτος, διότι υπήρχαν μερικές γυμνές λοφοπλαγιές και πιθανώς μερικές αραιοκατοικημένες περιοχές στα βόρεια και ανατολικά.

Η Ακρόπολη ήταν πολύ καλά οικοδομημένη με περίτεχνα λατρευτικά κτίσματα. Η Αγορά είχε ήδη προσλάβει κάτι από την κλασική της μορφή: η δυτική της πλευρά αποτελείτο από μία σειρά δημόσιων κτισμάτων ή ναών που έβλεπαν στην ανοικτή περιοχή κατά μήκος της πόλης της Αθήνας, προς την Ακρόπολη. Λίγα από τα νέα οικοδομήματα της κάτω πόλης ήταν μεγάλα σε μέγεθος και η Αθήνα που απλωνόταν γύρω από την Ακρόπολη, περίπου το 500 π.Χ. είχε χαμηλά κτίσματα, κυρίως μονώροφα, που αποτελούσαν κατάλοιπα της τοπικής πολεοδομίας.

Πιθανότατα η Αθήνα την εποχή των γιων του Πεισιστράτου να ήταν εντελώς διαφορετική απ' ότι την εποχή του πατέρα τους. Είναι δύσκολο να καθορίσουμε πότε ξεκίνησαν ή τελείωσαν τα μεγαλύτερα έργα οικοδόμησης την εποχή της τυραννίας. Πολλές από τις σύγχρονες θεωρίες που αποδίδουν τα περισσότερα έργα στους γιους του Πεισιστράτου, ενδεχομένως να μην αναγνωρίζουν την πρωτοβουλία του πα τέρα τους, ο οποίος προώθησε τα σχέδια, αλλά δεν πρόφθασε να τα δει να ολοκληρώνονται. Το γεγονός αυτό ίσως ευθύνεται για ορισμένες αντιφάσεις στις πηγές. Ένα περαιτέρω πρόβλημα ανακύπτει κατά τις περιόδους εξορίας του Πεισιστράτου και υπάρχει πιθανότητα τα περισσότερα αγάλματα που κοσμούν τα κτίρια της Ακρόπολης, η διακόσμηση του κυρίως ναού της, και η κατασκευή του ναού του Απόλλωνα Πατρώου στην Αγορά να ήταν έργα που πραγματοποιήθηκαν όταν ο Πεισίστρατος βρισκόταν μακριά από την Αθήνα.

Μέχρι το 510 π.Χ., η Αγορά είχε γίνει το κέντρο της πόλης, τα όρια της οποίας ορίζονταν από τα δημόσια οικοδομήματα. Έτσι αποτρεπόταν η επέκταση των βιοτεχνικών συνοικιών, που απλώνονταν προς τα βορειοδυτικά. Εκεί, για πολλά χρόνια δραστηριοποιούνταν οι σιδηρουργοί και οι αγγειοπλάστες. Από τα κτίσματα της δυτικής πλευράς μόνο ο ναός του Απόλλωνα Πατρώου και το μεγάλο νοτιοδυτικό Οίκημα, το οποίο θεωρείται από πολλούς η κατοικία των τυράννων, επέζησε έως τον 5ο αιώνα π.Χ. Αλλά τις επιβλητικές προσόψεις των ύστερων κλασικών κτιρίων στους πρόποδες του λόφου του Αγοραίου Κολωνού κατείχαν ταπεινά αντίγραφα τους -το πρώιμο Βουλευτήριο και οι ναοί. Πλάι στο βορειότερο άκρο της οδού των Παναθηναίων, εκεί όπου διασταυρωνόταν με την Αγορά, υπήρχε το ομώνυμο κτίριο του εγγονού του Πεισιστράτου, ο βωμός των Δώδεκα Θεών, ένας καινοφανής βωμός λατρείας και ο «ομφαλός» της πόλης, απ' όπου απλώνονταν οι δρόμοι της Αττικής, προς όλες τις κατευθύνσεις.

Στο άλλο άκρο της οδού, βρισκόταν μία κρήνη περιστοιχισμένη από κιονοστοιχία, πιθανώς η Εννεάκρουνος, της οποίας η ονομασία αποδίδεται στην αρχαιότητα, ή τμήμα από το νέο σύστημα ύδρευσης της Αθήνας, με σωλήνες από τα ανατολικά προς βόρεια και νότια της Ακρόπολης. Στο βορειότερο τμήμα του κέντρου της Αθήνας βρισκόταν το ανοιχτό θέατρο, η ορχήστρα, όπου πραγματοποιήθηκαν οι πρώτες παραστάσεις του δράματος, και τέλος στην υπόλοιπη περιοχή της Αγοράς, που αποτελούσε μέρος συγκέντρωσης για την εκκλησία του δήμου, διεξάγονταν εμπορικές δραστηριότητες (πιθανότατα περιορισμένες).

Σε ποιο βαθμό και ποια περίοδο ο Πεισίστρατος και οι γιοι του κατοίκησαν στην Ακρόπολη δεν είναι εξακριβωμένο. Από τη δεκαετία του 560 π.Χ., ο ιερός βράχος έπαψε να είναι, από κάθε άποψη, το πολιτικό κέντρο της Αθήνας, παρέμενε, όμως, το θρησκευτικό, καθώς και το φυσικό δυνατό σημείο της πόλης, στο οποίο κατέφευγε ο τύραννος σε περιόδους εντάσεων. Όταν ο Ιππίας οχύρωσε το λόφο της Μουνιχίας το 511 π.Χ., δεν το έκανε επειδή δεν υπήρχε άλλο ασφαλές μέρος στην πόλη, αλλά επειδή ήθελε να εξασφαλίσει μία σίγουρη έξοδο διαφυγής. Σίγουρα, τα νέα κτίρια που υπάρχουν στην Ακρόπολη, είτε χτίστηκαν από τον Πεισίστρατο είτε όχι, φαίνεται από τη διακόσμηση τους ότι εξέφραζαν άλλους σκοπούς πέρα από τη λατρεία της θεάς της πόλης (βλέπε παρακάτω).

Η τελευταία ανακαίνιση του παλαιού ναού της Αθηνάς πιστεύεται πως ολοκληρώθηκε από τους γιους του Πεισιστράτου και πιθανώς να είχε ξεκινήσει από αυτούς. Tα μαρμάρινα αετώματα συνδύαζαν το παλιό θέμα των μαχόμενων ζώων, τα οποία διακοσμούσαν το ναό τα πρώτα χρόνια της ύπαρξης του, με μία Γιγαντομαχία -ένα θέμα που σχετιζόταν περισσότερο με τα αθηναϊκά και παναθηναϊκά ενδιαφέροντα. Επίσης, ήταν το κυρίαρχο θέμα στα μαρμάρινα αναθήματα που πρόσφεραν οι Αλκμεωνίδες στο ναό του Απόλλωνα στους Δελφούς (Ηρόδ. Ε', 62). Συνέχεια αυτού αποτελούσαν τα νέα Προπύλαια στην είσοδο της Ακρόπολης. Θα μπορούσαμε να χρησιμοποιήσουμε αυτές τις σχέσεις των Αλ-κμεωνιδών με τους Δελφούς ως στοιχεία για τη χρονολόγηση των μαρμάρινων αετωμάτων μετά το 510 π.Χ. Με βάση την τεχνοτροπία, μπορού με να υποστηρίξουμε πως χρονολογούνται λίγο μετά ή λίγο πριν το 510 π.Χ.

Μέχρι το θάνατο του Πεισιστράτου, η Ακρόπολη προσείλκυε τους Αθηναίους περισσότερο για τα νέα της κτίρια παρά για να προσφέρουν τα αφιερώματα τους στη θεά. Κάποιοι πίστεψαν πως αυτό σήμαινε ότι οι πολίτες δεν είχαν εύκολη πρόσβαση στον ιερό βράχο, πιθανότατα όταν κατοικούσε εκεί ο Πεισίστρατος, ή ότι οι γιοι του εγκαινίασαν μία νέα τακτική για τη χρήση του, ή ότι ενθάρρυναν κάποιο νέο είδος αφιερωμάτων. Ορισμένα από τα πρώιμα αγγεία που αφιερώθηκαν στην Ακρόπολη φέρουν επεξεργασμένες σκηνές Γιγαντομαχίας, που μας θυμίζουν το θέμα που υπήρχε κεντημένο στον πέπλο ο οποίος αφιερώθηκε στην Αθηνά στα Μεγάλα Παναθήναια και τον εορτασμό τους, στα τέλη του αιώνα στο μαρμάρινο αέτωμα του ναού της.

Tα αγάλματα-αφιερώματα εμφανίζονται πιο συχνά μετά το θάνατο του Πεισιστράτου, υπάρχει όμως η πιθανότητα αυτό να αποτελεί ένδειξη της ευπορίας και κάποιων αλλαγών στον τρόπο επίδειξης του πλούτου καθώς και του τρόπου ζωής των Αθηναίων εκείνα τα χρόνια, κάτι που θα πρέπει να εξετάσουμε σε μεγαλύτερο βάθος. Μία ακόμη ένδειξη των παραπάνω παραγόντων ήταν και η σημασία που αποδιδόταν στις νέες ανανεωμένες γιορτές -τις δραματικές γιορτές, π.χ., προς τιμή του Διονύσου, τα νέα Παναθήναια. Οι τετραετείς αγώνες προϋπέθεταν νέες ληκύθους μέσα στις οποίες θα τοποθετούνταν τα έλαια που προορίζονταν για τη βράβευση των αθλητών. Επίσης, οι πολύ γνωστοί μελανόμορφοι παναθηναϊκοί αμφορείς εμφανίστηκαν τη δεκαετία του 560 π.Χ. Ωστόσο, σύμφωνα με τα στοιχεία που έχουμε, η χρήση των αγγείων έγινε συστη ματική μετά το θάνατο του Πεισιστράτου και υπάρχουν μαρτυρίες για τα πιο διακεκριμένα εργαστήρια και τους αγγειογράφους τους την εποχή αυτή.

Οι τύραννοι συνήθιζαν να εισάγουν στην πόλη λατρευτικές πρακτικές από την ύπαιθρο αλλά και να καθιερώνουν νέες. Στην Ακρόπολη, η λατρεία της Βραυρώνιας Αρτέμιδος προερχόταν από κάποιο μέρος της πατρίδας των τυράννων, ενώ καθιερώθηκε ή προωθήθηκε η λατρεία της Αθηνάς Νίκης. Στις νότιες πλαγιές χτίστηκε ο ναός του Διονύσου, όπου πιθανώς υπήρχε ήδη το περιβάλλον που φιλοξενούσε τις παραστάσεις του δράματος και που αργότερα φιλοξένησε το θέατρο του Διονύσου, το ωραιότερο της Αθήνας.

Πλάι στην οδό των Παναθηναίων προς την Ακρόπολη χτίστηκε το Ελευσίνιο για να εξυπηρετεί τα Μικρά Μυστήρια, και στην Ελευσίνα ένα νέο Τελεστήριο. Έξω από την κεντρική περιοχή της πόλης γίνονταν νέα έργα στην Ακαδημία (το τείχος του Ιππάρχου) και το ιερό του Απόλλωνα του Πυθίου (ένας ακόμη βωμός από τον εγγονό του Πεισιστράτου). Επίσης, στον Ιλι-σό είχαν ξεκινήσει εργασίες στον καινούργιο ναό του Ολύμπιου Διός, ο οποίος θα ανταγωνιζόταν τους ναούς των ανατολικών ελληνικών πόλεων -ένα σχέδιο που εγκαταλείφθηκε μετά το 510 π.Χ. και απλά ολοκληρώθηκε με μία νέα αρχιτεκτονική διάταξη από τον Αδριανό.

Όποιες και αν ήταν οι υπόλοιπες αλλαγές που επιχείρησαν οι τύραννοι στον τρόπο ζωής των Αθηναίων και προς όφελος της ευημερίας της πόλης, ως προς τον εξωραϊσμό της άφησαν πίσω τους στην Αθήνα νέους ναούς και δημόσια έργα, μαρμάρινα εκεί όπου πριν υπήρχαν ασβεστόλιθος και τούβλα.

Η ΑΘΗΝΑ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΕΠΟΧΗ ΤΩΝ ΤΥΡΑΝΝΩΝ

Οι αλλαγές που προωθήθηκαν σε υλικό επίπεδο από τη νέα μορφή δημοκρατίας στην Αθήνα μπορεί μεν να άλλαξαν το πρόσωπο της, όχι, όμως, δραστικά. Οι περισσότερες από αυτές στόχευαν να ικανοποιήσουν τις ανάγκες της νέας κοινωνίας. Στην Ακρόπολη, ο σπουδαίος ναός της Αθηνάς γοήτευε με τα καινούργια μαρμάρινα αετώματα του, παρότι, όπως είδαμε προηγουμένως, δεν μπορούμε να προσδιορίσουμε εάν ήταν πρώιμο (και μάλιστα απρόσμενο) έργο της νέας δημοκρατίας, δηλαδή εάν ήταν αυτοί που αντικατέστησαν τον ασβεστόλιθο με μάρμαρο, όπως συνέβη με τους Αλκμεωνίδες στους Δελφούς. Ορισμένα μικρότερα κτίσματα που βρίσκονταν στην Ακρόπολη πιστεύεται ότι κατεδαφίστηκαν εκείνη την περίοδο και όχι μετά την αποχώρηση των Περσών. Επιπλέον, στήθηκε στον ιερό βράχο μία στήλη όπου υπήρχαν καταγεγραμμένα τα λάθη των τυράννων (Θουκ. ΣΤ, 55).

Όπως φαίνεται, τα αφιερώματα από την εποχή των τυράννων έμειναν ανέπαφα, ενώ προστέθηκαν σε αυτά άλλα, καινούργια - τα περισσότερα εκ των οποίων ήταν χάλκινα, γεγονός που δικαιολογεί το μικρό σχετικά αριθμό των σωζόμενων μαρμάρινων τμημάτων, σε σύγκριση με τα πιο ταπεινά χάλκινα αφιερώματα και τα ζωγραφισμένα αγγεία.

Το 506 π.Χ., το νέο καθεστώς γιόρτασε τις εκτός συνόρων επιτυχίες της Αθήνας στη Βοιωτία και επί των Χαλκιδέων (Ηρόδ. Ε', 77.4) με το χάλκινο άρμα και τις αλυσίδες των αιχμαλώτων στην Ακρόπολη, ενώ προς τιμή της Αθηνάς Νίκης αφιέρωσαν μόνο ένα ιερό και ένα βωμό. Μετά τη μάχη του Μαραθώνα, συντελέστηκε μία από τις πιο αξιοσημείωτες καινοτομίες στη διάταξη του νέου ναού της Αθηνάς, ο «προγενέστερος Παρθενώνας», νότια του παλαιού ναού της Αθηνάς.

Η καινοτομία αυτή φαίνεται να έγινε προς τιμή κάποιας στρατιωτικής επιτυχίας κατά των Περσών. Τελικά, όμως, οι Πέρσες κατέστρεψαν το ημιτελές οικοδόμημα το 480 π.Χ. Αργότερα ο Περικλής ολοκλήρωσε το έργο, το οποίο πάντα συμβόλιζε τις επιτυχίες της Αθήνας κατά των ανατολικών λαών. Αυτό το έργο ήταν για την Αθήνα μετά το 490 π.Χ. ένα μεγάλο δημόσιο εγχείρημα - χτίστηκε ένας μαρμάρινος ναός εφάμιλλος των μεγαλύτερων ναών της Κεντρικής Ελλάδας και των πλούσιων δυτικών αποικιών. Τον ξεπερνούσαν μόνο οι πόλεις της Ιωνίας και το Ολύμπιο των τυράννων της Αθήνας.
Στην Αγορά συναντάμε αναθήματα ενδεικτικά της μετάβασης από το παλαιό καθεστώς στο νέο. Το σύμπλεγμα των Τυραννοκτόνων Αρμόδιου και Αριστο-γείτονα, που ανεγέρθηκε, ήταν έργο του Αντήνορα -σημαντικό πρώιμο δείγμα της αναγωγής τους σε ήρωες της πόλης αμέσως μετά το θάνατο τους, ανεξάρτητα από τα κίνητρα των πράξεων τους.

Δυστυχώς δεν γνωρίζουμε πολλά για τον πυρήνα της πόλης κατά την κλασική εποχή. Υπάρχουν ορισμένα σημαντικά έργα που χρονολογούνται πριν από το 480 π.Χ. -ένα Βουλευτήριο (Παλιό), η Βασίλειος στοά, οι αλλαγές στην Πνύκα, όπου γίνονταν οι συνελεύσεις του δήμου. Όλα, όμως, τα παραπάνω θα πρέπει να ήταν έργα νεόπλουτων Αθηναίων μετά τους Περσικούς πολέμους.

Πέρα από την κεντρική περιοχή της πόλης όπου βρίσκονταν τα περισσότερα κτίρια, απλώνονταν τα νεκροταφεία της Αθήνας. Ήδη, από τον 8ο αιώνα π.Χ., στο δυτικό άκρο της πόλης δεν υπήρχε σχεδόν τίποτα και τα νεκροταφεία εκτείνονταν πιο πέρα από αυτό, κατά μήκος των κεντρικών δρόμων που οδηγούσαν μακριά από την Αθήνα, έξω από τις κλασικές πύλες, όπου γινόταν ο επίσημος αποχαιρετισμός του ταξιδιώτη. Οι περιοχές α,λ όπου φιλοξενούνταν τα παλιότερα νεκροταφεία μέσα στην πόλη, ακόμη και στην Αγορά, συνέχισαν να λειτουργούν για λίγο κατά τη διάρκεια της αρχαϊκής περιόδου, ενώ κατά τα ύστερα χρόνια σε μερικά νεκροταφεία άνθησαν οι λατρείες σημαντικών ηρώων. Παρόλο που τα ταφικά αφιερώματα ήταν λιτά, τα μνημεία των νεκρών ήταν πολύ ακριβά και συμπεριλάμβαναν μεγάλα έργα αρχαϊκής αθηναϊκής τέχνης.

Η πιο προσεγμένη επιτύμβια στήλη απαντά στα χρόνια πριν από το θάνατο του Πεισιστράτου. Στα επόμενα χρόνια, η επικράτηση πιο λιτών μορφών στις επιτύμβιες στήλες δεν αποτελεί ένδειξη σχετικής νομοθεσίας που απαγόρευε τα έξοδα και την επίδειξη πλούτου (οι κούροι συνέχισαν να κατασκευάζονται για τα νεκροταφεία της Αθήνας και της υπαίθρου). Μάλλον είναι μία ακόμη ένδειξη αλλαγής των προτιμήσεων. Μετά το 500 π.Χ. όμως, παρατηρείται μία συμπεφωνημένη διακοπή παραγωγής ανάγλυφων επιτύμβιων πλακών, ενώ μειώθηκε σε μεγάλο βαθμό και η χρήση των κούρων. Πιθανή αιτία ίσως ήταν κάποια νομοθεσία κατά της επίδειξης πλούτου που έκαναν οι πλουσιότερες οικογένειες.

Μία ακόμη καινοτομία, ήταν οι κρατικοί τάφοι, οι οποίοι προορίζονταν για τους μαχητές που έπεσαν στο πεδίο της μάχης, και χα νέα κρατικά μνημεία στην Ακρόπολη προς τιμή των στρατιωτικών επιτυχιών.Το 480 π.Χ., οι Πέρσες κυρίευσαν και Ι λεηλάτησαν την Αθήνα. Το επόμενο έτος επέστρεψαν, έκαψαν και γκρέμισαν τα κτίρια της Ακρόπολης. Όταν οι Πέρσες αποσύρθηκαν, μέλη από τον παλαιό ναό της Αθηνάς και από τον ημιτελή «προγενέστερο Παρθενώνα» μεταφέρθηκαν στο βόρειο τείχος της Ακρόπολης, και διατάχθηκαν με τέτοιο τρόπο, ώστε να φαίνονται ως ένα είδος μνημείου, ορατό από την Αγορά, καθώς εκείνα τα χρόνια στον ιερό βράχο δεν υπήρχαν ναοί. Tα μαρμάρινα αγάλματα, οι βάσεις τους και τα μικρότερα αφιερώματα άρχισαν σταδιακά να θάβονται σε λάκκους, ενώ τα μεγάλα μπρούντζινα αγάλματα απομακρύνθηκαν και πιθανόν αποσπάσθηκε με λιώσιμο ο χαλκός τους. Είτε υπήρχε ο Όρκος των Πλαταιών (μία αρχαία παράδοση πιθανότατα του 4ου αιώνα π.Χ., παρουσιάζει τους Έλληνες να ορκίζονται πριν από τη μάχη των Πλαταιών.

Η έρευνα απέδειξε ότι πρόκειται για ένα από τα πλαστά ιστορικά κείμενα που δημιουργήθηκαν στην Αθήνα για να υμνήσουν τη δόξα της πόλης) είτε όχι, η Αθήνα δεν έκανε τίποτα για να αναστηλώσει τους κατεστραμμένους από τους Πέρσες ναούς, μέχρις ότου αυτή και η Συμμαχία της κατάφεραν να ελευθερώσουν όλα τα ελληνικά εδάφη από τον περσικό ζυγό, οπότε το ιερό άγαλμα της Αθηνάς βρήκε προσωρινό καταφύγιο στα ερείπια του ναού της ή κάπου αλλού. Φαίνεται, επίσης, πως επισκευάστηκαν και τα παλαιά Προπύλαια. Στην Αγορά, το άγαλμα των Τυραννοκτόνων του Αντήνορα που είχε αφαιρεθεί από τον Ξέρξη, ανέλαβαν να αντικαταστήσουν οι γλύπτες Κρίτιος και Νησιώτης.

Οι ναοί λεηλατήθηκαν, ωστόσο όπως φαίνεται τα δημόσια κτίρια δεν υπέστησαν μεγάλες καταστροφές και πολύ γρήγορα ανεγέρθηκαν νέα. Φυσικά μέσα στην πόλη, τα σπίτια και τα εργαστήρια ανακατασκευάστηκαν. Δυστυχώς, τα στοιχεία που έχουμε από πρωτογενείς πηγές είναι ανεπαρκή. Πάντως, όλες οι ζημιές επισκευάστηκαν και τα οικήματα πήραν την πρότερη μορφή τους εκτός από τα ιερά. Tα νεκροταφεία παρέμειναν σχετικώς λιτά για ακόμη μισό αιώνα.

Η ΥΠΟΛΟΙΠΗ ΕΛΛΑΔΑ

Αν εξαιρέσουμε την Αθήνα, υπάρχουν συγκριτικά πολύ λίγα στοιχεία για να μπορέσουμε να σχηματίσουμε μία εικόνα σχετικά με την εμφάνιση και την ανάπτυξη των μεγαλύτερων πόλεων, και ακόμη λιγότερα για τον τρόπο ζωής και τις αλλαγές του από τον 7ο αιώνα π.Χ. σε ορισμένες αποικίες. Δεν έχουμε ουσιαστικά καθόλου στοιχεία για τις πόλεις της Θήβας, του Αργούς, της Σπάρτης και της Κορίνθου στα τέλη της αρχαϊκής περιόδου, εκτός από την περιοχή του ναού στην τελευταία. Στη Βοιωτία, η μαζική εισαγωγή αθηναϊκών αγγείων μικρής αξίας αποκαλύπτει τις επιχειρηματικές ικανότητες στο εμπόριο, καθώς και τις προτιμήσεις των Βοιωτών.

Η τεχνοτροπία της κεραμικής διακόσμησης παραμερίστηκε στην περιφέρεια και η Αθήνα πλέον προωθούσε όλα τα καλής ποιότητας επιτραπέζια πήλινα αγγεία σε μία αγορά, η οποία, τουλάχιστον εντός Ελλάδας, έδειχνε προτίμηση στο μελανόμορφο ρυθμό. Ωστόσο, δεν πρέπει να θεωρήσουμε ότι οι καλλιτεχνικές δεξιότητες αποτελούσαν αθηναϊκό μονοπώλιο, γιατί έτσι αδικούμε τις υπόλοιπες πόλεις. Έχουν βρεθεί υψηλής ποιότητας χάλκινα αγγεία που αποδίδονται σε διαφορετικά κέντρα, από αρχαιολογικής άποψης, όμως, δεν είναι ξεκάθαρη η προέλευση τους.

Αυτό που γνωρίζουμε με βεβαιότητα είναι ότι οι πελοποννησιακές πόλεις μύησαν τον ελληνικό κόσμο σε αυτό το είδος τέχνης και ότι το χάλκινο αγγείο αποτελούσε δείκτη ευημερίας σε σχέση με το πήλινο. Παραδείγματος χάριν, η Σπάρ-τη είναι η πιθανή πηγή των σπουδαίων χάλκινων ελικωτών κρατήρων που εξάγονταν στα ανατολικά, βόρεια και δυτικά, και τα οποία όπως φαίνεται χρησιμοποιούνταν ως ακριβά δώρα, που παρέπεμπαν στην ηρωική εποχή και προσφέρονταν ως δείγμα φιλίας αλλά και επιρροής σε ξένους.

Ο ανατολικός ελληνικός κόσμος, ο οποίος βρισκόταν υπό περσική πολιορκία, δεν έχει πολλά να επιδείξει, ενώ διαθέτουμε λίγα ή και καθόλου στοιχεία για τις πόλεις της ενδοχώρας, που είχαν πληγεί σε μεγάλο βαθμό από τους ει σβολείς. Ο μεγάλος ναός της Εφέσου παρέμεινε για μακρό χρονικό διάστημα ημιτελής και οι περισσότερες εργασίες στους αρχαϊκούς Διδύμους κοντά στη Μίλητο αποπερατώθηκαν πολύ πριν το τέλος του αιώνα. Από τα στοιχεία που διαθέτουμε, φαίνεται ότι η κατάσταση ήταν καλύτερη στα νησιά και η οικοδόμηση ναών συνεχίστηκε, όπως για παράδειγμα ο ναός στη Χίο, στις Φάνες.

Στη Σάμο, μετά την εποχή του Πολυκράτη, μειώνονται τα ακριβά αφιερώματα στο Ηραίο και πιθανώς οι εγχάραχτες επιτύμβιες πλάκες, ενώ, αντίθετα, υπάρχουν μαρτυρίες για πολλά έργα γλυπτικής στο μεγάλο ναό καθώς και σε άλλα λατρευτικά οικήματα. Ήδη οι καλλιτέχνες της Ανατολικής Ελλάδας ανταποκρίνονταν στην πρόσκληση να εργαστούν σε γειτονικά βασίλεια, τα οποία απολάμβαναν μερική αυτονομία υπό την περσική κυριαρχία -παραδείγματος χάριν, εργάστηκαν στους σκαλιστούς τάφους του Ξάνθου στη Λυκία.

Την περίοδο αυτή άνθησε παράλληλα και η χάραξη πολύτιμων λίθων σε εργαστήρια της Περσικής Αυτοκρατορίας και της ευρύτερης επικράτειας της, συμπεριλαμβανομένης της Κύπρου. Ακόμη, οι Έλληνες καλλιτέχνες της Μικρός Ασίας συνέβαλαν στην άνθηση της γλυπτικής και την παραγωγή μεγάλου αριθμού γλυπτών έργων τέχνης στο σημαντικό περσικό διοικητικό κέντρο των Σάρδεων.

Πηγή: Πανεπιστήμιο του Καίμπριτζ: «Ιστορία της Αρχαίας Ελλάδας»

Σχόλια