Ο βάναυσος θάνατος του αυτοκράτορα Ανδρόνικου

Μαρτύρησε στα χέρια του λαού της Κωνσταντινούπολης

Το έτος είναι 1185 και ο βυζαντινός αυτοκράτορας Ανδρόνικος Κομνηνός, άλλοτε λαοφιλής και αγαπητός, χάνει το θρόνο του ύστερα από λαϊκή εξέγερση. Ο λόγος ήταν ο κίνδυνος των Νορμανδών που απειλούσαν την Κωνσταντινούπολη, καθώς και η κατά πολλούς βίαιη διακυβέρνησή του με ασταμάτητες εξορίες και εκτελέσεις.

Ο λαός εισέβαλε στα ανάκτορα, απελευθέρωσε τον αιχμάλωτο Ισαάκιο Άγγελο και τον ανακήρυξε αυτοκράτορα στη θέση του Ανδρόνικου. Ο ίδιος ο Ανδρόνικος, αποπειράται να αποδράσει μέσω θάλασσας αλλά αποτυγχάνει, συλλαμβάνεται και παραδίνεται στο πλήθος που διψούσε για αίμα.

Τον αλυσόδεσαν και αμέσως άρχισαν τα βασανιστήρια από το μανιασμένο όχλο. Τον χτυπούν βάναυσα στο πρόσωπο και το στόμα, του ξεριζώνουν τα γένια, τα μαλλιά, ενώ μέχρι και γυναίκες τον γρονθοκοπούν. Του κόβουν το ένα χέρι με τσεκούρι, του βγάζουν το ένα μάτι. Στη συνέχεια τον κλείνουν, καταματωμένο, στη φυλακή.

Όμως, τα βασανιστήρια του έκπτωτου αυτοκράτορα δεν είχαν τελειώσει εκεί. Πριν περάσουν μερικές μέρες, τον βγάζουν από τη φυλακή και τον τυφλώνουν κι από το άλλο μάτι. Τον σέρνουν μισόγυμνο, πάνω σε γέρικο ζώο, στους δρόμους της Αγοράς.

Ο Νικήτας Χωνιάτης βυζαντινός ιστορικός μάς μεταφέρει πώς του όρμησαν ζητιάνοι, αλήτες, μέθυσοι («οι απαιδευσότεροι της Κωνσταντινουπόλεως οικήτορες»), αλλά και τεχνίτες και επαγγελματίες. Τον χτυπούσαν στο κεφάλι με ρόπαλα, τον ράπιζαν στο πρόσωπο, του έσπασαν όλα τα δόντια, τον τρυπούσαν με ραβδιά.

Το θέαμα ήταν αξιοθρήνητο και έφερνε δάκρυα («θέαμα ελεεινόν και πηγάς έλκον δακρύων»). Άλλοι τον λιθοβολούσαν αποκαλώντας το λυσσασμένο σκύλο, του έβριζαν τη μητέρα, του πετούσαν σάπια κρέατα και σκουπίδια. Μια πόρνη πλησίασε τη θλιβερή πομπή και του έριξε καυτό νερό στο πρόσωπο, κατακαίγοντάς το.

Αργότερα, οδηγήθηκε στον Ιππόδρομο, όπου κρεμάστηκε ανάποδα από τα πόδια. Τα βάσανά του όμως είχαν και συνέχεια και, δυστυχώς γι’ αυτόν, ο θάνατος αργούσε. Ο Ανδρόνικος φώναζε στους βασανιστές του «Κύριε Ελέησον» και «γιατί επιμένετε να τσακίζετε ένα ήδη σπασμένο καλάμι;» («ίνα τι κάλαμον συντετριμμένον προσεπικλάτε;»), εκείνοι όμως συνέχιζαν απτόητοι, χωρίς να δείξουν το παραμικρό έλεος.

Του έκοψαν κομμάτια από τη σάρκα του και τον τραυμάτισαν στα γεννητικά όργανα. Δύο στρατιώτες διαγωνίζονταν για το ποιος θα μπήξει το ξίφος βαθύτερα στο κορμί του βασανισμένου, χωρίς αυτός να σκοτωθεί, και το θύμα ξεψύχησε μόνο όταν ένας άλλος του έμπηξε ένα σπαθί βαθιά στο φάρυγγα. Έτσι πέθανε ο τελευταίος των Κομνηνών.

Ωστόσο, το πάθημα του Ανδρόνικου δεν έγινε μάθημα στους διαδόχους του, οι οποίοι, πέραν της σκληρότητάς τους, δεν έκαναν τίποτα για να ενισχύσουν το Βυζαντινό κράτος απέναντι στην επερχόμενη απειλή. Η Κωνσταντινούπολη, εν τέλει, έπεσε στα χέρια των Δυτικών το 1204, λιγότερο από είκοσι χρόνια αφότου ο Ανδρόνικος άφηνε την τελευταία του πνοή στον Ιππόδρομο.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Αρχαία Ελληνικά. Από το Blogger.