Η ιατρική του Βυζαντίου

Όταν το Μάιο του 330 μ.Χ. ο Μ. Κωνσταντίνος εγκαινίαζε στις ακτές του Βοσπόρου τη «Νέα Ρώμη» δηλαδή την Κωνσταντινούπολη ένα νέο σημαντικότατο και πολυτάραχο κεφάλαιο στην παγκόσμια ιστορία άρχισε να γράφεται.

Αυτό πού διήρκεσε πάνω από 1000 χρόνια και είναι γνωστό σαν Βυζαντινή Αυτοκρατορία. Πράγματι λίγα χρόνια μετά, επί των διαδόχων του Θεοδοσίου του Α’, η πάλαι ποτέ Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία τεμαχίστηκε στο Ανατολικό Ρωμαϊκό Κράτος, γνωστό από τότε σαν Βυζαντινή Αυτοκρατορία και το Δυτικό το όποιο εξουθενωμένο από τα πολλαπλά κτυπήματα βαρβάρων λαών (Γότθων, Ούννων κλπ.) θα διαλυθεί το 476 μ.Χ. και έκτοτε η Δύση θα περιπέσει σε μία κατάσταση βαρβαρότητας και αμάθειας γνωστή σαν Μεσαίωνας. Σε αντίθεση το Βυζάντιο εκτός από προμαχώνας της Ευρώπης έναντι διαφόρων βαρβάρων επιδρομέων υπήρξε και ένα ακτινοβόλο πνευματικό κέντρο και ένας φάρος πολιτισμού…

Όσον αφορά την Ιατρική στην οποία και αναφέρεται αυτό το άρθρο, το Βυζάντιο βασίστηκε ιδιαίτερα στις επιδόσεις και τις Έρευνες των Αρχαίων Ελλήνων Ιατρών (Ιπποκράτη – Γαληνού κ.α.) τις όποιες διέσωσε, διέδωσε, συχνότατα χρησιμοποίησε και πολλές φορές τελειοποίησε, ώστε μέσω των Αράβων κυρίως να διοχετευθούν αργότερα στη Δύση. Στην απέραντη και πολυφυλετική Βυζαντινή Αυτοκρατορία οι ελληνικής καταγωγής Ιατροί διακρίθηκαν ιδιαίτερα.

Χρονολογικά σαν πρώτος βυζαντινός ιατρός θεωρείται ο Ορειβάσιος (325 – 403) συμπατριώτης του μεγάλου Γαληνού από την Πέργαμο του οποίου άλλωστε υπήρξε μεγάλος θαυμαστής ακολουθώντας πιστά την ιατρική του σκέψη. Σπούδασε στην Αλεξάνδρεια και στην Αθήνα, την ίδια περίοδο πού φοιτούσαν εκεί ο μετέπειτα Αυτοκράτορας Ιουλιανός ο «Παραβάτης», ο Μ. Βασίλειος και ο Γρηγόριος ο Θεολόγος. Υπήρξε στενός φίλος του Ιουλιανού, ακολουθώντας τον σαν Αρχίατρος Στρατιωτικός σε όλες σχεδόν τις εκστρατείες του και μετά από σύσταση του συνέγραψε μία μνημειώδη Ιατρική εγκυκλοπαίδεια με τίτλο «Ιατρικαί Συναγωγαί» η «Έβδομηκοντάβιβλος». Αυτό το έργο γραμμένο στα Ελληνικά περιείχε όλες τις μέχρι τότε γνώσεις της Αρχαιοελληνικής Ιατρικής εμπλουτισμένες με δικές του πρωτότυπες παρατηρήσεις. Αργότερα δημοσίευσε περίληψη σε 9 βιβλία με τίτλο «Σύνοψις προς υιόν Ευστάθιον».

Το έργο μεταφράστηκε στα Λατινικά και Αραβικά και άσκησε μεγάλη επίδραση στον Αραβικό κόσμο και αργότερα στην Ιατρική της Δύσης. Έγραψε και άλλα συγγράμματα «Περιπαθών», «Προς τους απορούντας των Ιατρών», «Τα ευπόριστα» καθώς και διαιτολογικές Οδηγίες. Μάλιστα είχε δημοσιεύσει και ειδική δίαιτα κατά της παχυσαρκίας, αναφέρεται μάλιστα ότι σε επιστολή του σε συνάδελφο Ιατρό, παραπονείται πώς η πιο διαδεδομένη ασθένεια στην Αυτοκρατορία ήταν η βουλιμία και οι διαιτητικές παρεκτροπές. Ο Ορειβάσιος πού πέθανε σε προχωρημένη ηλικία στην Κωνσταντινούπολη δεν παρουσίασε όμως μόνο συγγραφικό έργο.

Η συνεισφορά του στην ιατρική έρευνα υπήρξε πολύπλευρη και πρωτοποριακή. Είχε επινοήσει ειδικά ράμματα για την απολίνωση των αρτηριών, εφήρμοζε θεραπείες με αντισηπτικά φάρμακα στα τραύματα, όπως η υγρά κηρωτή, θεράπευε αποτελεσματικά τους κιρσούς και τις φλεβίτιδες των κάτω άκρων με χειρουργική αφαίρεση της μείζονος σαφηνούς φλέβας (κάτι πού γίνεται και σήμερα). Αλλά και στην Παθολογία πρότεινε θεραπείες των ιλίγγων με αλκαλοειδή του βεράτρου (ελέβορου) η την θεραπεία της νεφρίτιδας με υδρική δίαιτα και γάλα.

Σύγχρονος του Ορειβάσιου ήταν ο Μέγας Βασίλειος, Επίσκοπος Καισαρείας, «ο Φωστήρ της Εκκλησίας».  Δεν πρέπει να προκαλεί έκπληξη ότι τον αναφέρουμε εδώ.  Αυτός ο σπουδαίος Ιεράρχης, ρήτορας, θεολόγος κλπ., σπούδασε στη Φιλοσοφική Σχολή των Αθηνών όπως προαναφέρθηκε και έλαβε μαθήματα Ιατρικής.  Άλλωστε τότε όλοι οι φοιτητές της Φιλοσοφίας παρακολουθούσαν μαθήματα Ιατρικής, ώστε να δικαιώνεται το απόφθεγμα του Αριστοτέλη ότι: «Ένας Φιλόσοφος πρέπει ν’ αρχίζει με την ιατρική και ένας Ιατρός να τελειώνει με την Φιλοσοφία». Προφανέστατα από τα ανωτέρω καθιερώθηκε και ο ορός «Ιατροφιλοσοφία».

Ο Μ. Βασίλειος λοιπόν εξακολούθησε να ασχολείται με την Ιατρική σε όλη του τη ζωή. Ίσως έπαιξε ρόλο και το γεγονός ότι υπήρξε εξαιρετικά φιλάσθενος κάτι για το όποιο παραπονείται συχνά στις επιστολές του. Η τεράστια του όμως θέληση και ο χριστιανικός του ζήλος τον εμψυχώνουν στο έργο του από το όποιο ξεχωρίζει η ίδρυση στην Καππαδοκία του περίφημου Νοσοκομείου και Άσυλου γνωστού ως «Βασιλειάδα». Για πρώτη φορά εμφανίζεται ένα συγκρότημα πού περιλαμβάνει πλήρως οργανωμένο νοσοκομείο, λεπροκομείο, φαρμακείο, ίδρυμα χρονίως πασχόντων, γηροκομείο κλπ. Επί πλέον χάρις στις γενναιόδωρες εισφορές των πιστών εγκαθιστά δίκτυο ανάλογων ιδρυμάτων σε όλη την περιφέρεια της Καππαδοκίας.

Ο Βασίλειος προέβαινε σε ιατρικές παρατηρήσεις με λεπτολόγο επιστημονική σαφήνεια φροντίζοντας όμως να τις ενσωματώνει στην Χριστιανική Διδασκαλία. Ανέλυε π.χ. την σημασία του τραύματος και της φλεγμονής στον ανθρώπινο οργανισμό για να τις παρομοιάσει αργότερα με τις βλάβες πού προκαλούν στην εκκλησία οι άπιστοι και οι κακού χαρακτήρα άνθρωποι. Έχει κάνει ακόμη ανθρωπομετρικές παρατηρήσεις σχετικά με τον ρυθμό αύξησης του σώματος, έχει ασχοληθεί με την λειτουργία του οφθαλμού, και έχει εγκύψει στους νόμους της κληρονομικότητας και την βιολογία ερμηνεύοντας με το δικό του ξεχωριστό τρόπο το ευαγγελικό «αυξάνεσθε και πληθύνεσθε». Προ πάντων όμως παραμένει ως ο κατ’ εξοχήν εκπρόσωπος της «Ανθρωπιστικής Ιατρικής» σ’ αυτούς τους σκοτεινούς καιρούς.

Την εποχή της βασιλείας του Ιουστινιανού (527 – 565 μ.Χ.) η Αυτοκρατορία γνώρισε μεγάλη ακμή. Ο αυτοκράτορας αυτός, προφανώς για να αναπληρώσει το κενό της Αθήνας (της οποίας κατάργησε τη Φιλοσοφική Σχολή το έτος 529), ευνόησε ιδιαίτερα το Πανεπιστήμιο της Κωνσταντινούπολης που είχε ιδρυθεί από τον 5ο αιώνα (με το όνομα Πανδιδακτήριον). Μιλώντας για τα Πανεπιστήμια του Βυζαντίου να σημειώσουμε εδώ ότι η φοίτηση ήταν δωρεάν και οι καθηγητές ονομαζόμενοι μαΐστροι ήταν στην πλειοψηφία τους λαϊκοί, τα δε Πανεπιστήμια ουδέποτε υπήρξαν εξάρτημα της Εκκλησίας (κάτι πού δεν συνέβη αργότερα στη Δύση). Από τα Πανεπιστήμια αυτά εμφανίσθηκαν σπουδαίοι θετικοί επιστήμονες, όπως ο Λέων ο Μαθηματικός, ο Μιχαήλ Ψελλός κ.α.

Ειδικά στον τομέα της Ιατρικής είναι χαρακτηριστικό ότι το Πανεπιστήμιο της Κωνσταντινουπόλεως δεν περιορίζεται μόνο στην θεωρητική μόρφωση των σπουδαστών αλλά κυρίως αποσκοπεί στην απόκτηση πρακτικών ιατρικών γνώσεων γεγονός πού επισημοποιείται με την χορήγηση Ιατρικών διπλωμάτων. Άλλωστε η Ιατρική Σχολή λειτουργεί μέσα σε Νοσοκομείο και διαθέτει πλούσια Ιατρική βιβλιοθήκη.

Ξαναγυρνώντας όμως στην εποχή του Ιουστινιανού ας γνωρίσουμε καλύτερα ορισμένους σπουδαίους Ιατρούς πού διέπρεψαν αυτή την περίοδο.

Αλέξανδρος ο Τραλλειανός (525 – 605). Διάσημος Ιατρός, Φαρμακολόγος, Βοτανολόγος από τις Τράλλεις της Μ. Ασίας αδελφός του σπουδαίου μαθηματικού και αρχιτέκτονα της Αγίας Σοφίας Ανθεμίου. Γιος ιατρού ταξίδευσε σε όλη την Μεσόγειο ακολουθώντας το στρατό του Βελισσαρίου και άσκησε την Ιατρική στην Κωνσταντινούπολη και στη Ρώμη, όπου απέθανε σε βαθύ γήρας. Το έργο του διακρίνεται από τις εύστοχες, πρωτότυπες και πρακτικού ενδιαφέροντος παρατηρήσεις του. Άλλωστε άσκησε κριτική (παρά τον θαυμασμό του) στο Μεγάλο Γαληνό θεωρώντας ορισμένες του απόψεις λανθασμένες. Έγραψε πολλά βιβλία όπως τα «θεραπευτικά» (12 βιβλία), «Περί πυρετού», «Περί ελμίνθων» κ.α. Τα έργα του μεταφράσθηκαν στα λατινικά και τα αραβικά και άσκησαν ιδιαίτερη επίδραση στην μετέπειτα Ιατρική του Μεσαίωνα.

Οι θεραπείες πού προτείνει είναι πραγματικά ενδιαφέρουσες. Για παράδειγμα συνιστούσε την εφίδρωση, τα διουρητικά και τα καθαρτικά για την αποτοξίνωση του οργανισμού και την κάθαρση των αγγείων. Για τις αναπνευστικές παθήσεις προτείνει εισπνοές αιθέριων ελαίων με υποκαπνισμό σε αναμμένα κάρβουνα. Για τα παράσιτα πάλι του εντερικού σωλήνα, αληθινή μάστιγα της τότε εποχής, συνιστά υποκλυσμούς με εστεροποιημένα έλαια, ενώ χορηγούσε και αφεψήματα πού περιείχαν αρτεμισία και κολίανδρο εναντίον των ασκαρίδων.

Την ίδια περίπου εποχή διέπρεψε και ο Αέτιος από την Αμίδα (σημερινό Ντιγιαρμπεκίρ). Σπούδασε στην Αλεξάνδρεια και άσκησε κυρίως το επάγγελμα στην Κωνσταντινούπολη, όπου έγινε και Αρχίατρος στην Αυλή του Ιουστινιανού. Συνέγραψε μία εκτενέστατη Ιατρική Εγκυκλοπαίδεια 16 βιβλίων χωρισμένη σε τέσσερις «τετραβίβλους», όπου περιλαμβάνονται όλες οι μέχρι τότε σπουδαίες (κυρίως του Γαληνού) απόψεις, παραθέτοντας όμως και δικές του θεωρίες. Το βιβλίο γραμμένο στα Ελληνικά αποτελεί πολύτιμη πηγή πληροφοριών. Εξ’ αλλού ο Αέτιος θεωρείται δίκαια ως πρωτοπόρος στην αντισύλληψη, για την οποία συνιστούσε ενδοκολπική χορήγηση στυπτικών ουσιών καθώς και στον υπολογισμό των γονίμων ήμερων της καταμήνιου κύκλου των γυναικών.

Τον καιρό του Ηρακλείου και των διαδόχων του (705 μ.Χ. αιώνας) δεσπόζει η επιβλητική ιατρική φυσιογνωμία του Παύλου του Αιγινήτη. Γεννήθηκε στην Αίγινα και άσκησε την ιατρική κυρίως στην Αλεξάνδρεια όπου και απέθανε. Ταξίδευσε σε πολλά μέρη γι’ αυτό ονομάζεται και περιοδευτής. Το εκτενέστατο συγγραφικό του έργο βασίζεται κυρίως στις γνώσεις του Γαληνού, του Διοσκουρίδη και του Ορειβάσιου εμπλουτισμένο όμως με δικές του πρωτότυπες παρατηρήσεις. Αποτελείται από επτά τόμους με το γενικό τίτλο «Υπόμνημα» και εκτιμήθηκε ιδιαίτερα από τους Άραβες πού το μετέφρασαν τον 9° αιώνα στα αραβικά (από τον Ιμήν Χουναϋν), άσκησε δε ιδιαίτερη επίδραση στις κατοπινές ιατρικές σχολές της Δύσης του Σαλέρνο, του Μονπελλιέ κλπ. Άλλωστε οι Άραβες τον θεωρούσαν σαν τον κατ’ εξοχήν μαιευτήρα (Αλ Κουαμπέλ). Στα επτά βιβλία πραγματεύεται περί πυρετού, περί τραυμάτων, περί γενικών κανόνων υγιεινής, περί παρασκευής και ιδιοτήτων απλών και συνθέτων φαρμάτων κτλ.

Ασχολήθηκε ιδιαίτερα με την χειρουργική, εφαρμόζοντας δική του εγχειρητική μεθοδολογία την αποκατάσταση της βουβωνοκήλης, εκτελούσε τραχειοτομίες και επινόησε δικές του εγχειρητικές μεθόδους για την αντιμετώπιση των αγγειακών ανευρυσμάτων καθώς και για την θεραπεία του καταρράκτη όπου χρησιμοποιούσε ειδικό όργανο το «παρακευτήριο». Στην Παθολογία πρότεινε ειδικές δίαιτες και μέτρα σωματοψυχικής υγιεινής. Επίσης σ’ αυτήν την εποχή αξίζει να αναφερθούν: ο Θεόφιλος πρωτοσπαθάριος του Ηρακλείου με συγγράμματα «Περί αύρων», «Περί σφυγμών» καθώς και το «Περί Άνθρωπου κατασκευής», δημοσιευμένο στην Οξφόρδη το 1842 Ελληνικά και Λατινικά. Μαθητής του υπήρξε ο Στέφανος ο Αθηναίος ιατρός και μαθηματικός, γεννημένος στην Αθήνα με δράση στην Κωνσταντινούπολη και την Αλεξάνδρεια ο όποιος έγραψε σύγγραμμα για την «ενέργεια των φαρμάκων» και πραγματεία για τον Ιπποκράτη και Γαληνό.

Στην περίοδο όμως αυτή (7ος μ.Χ. αι.) σημειώνεται ένα τεράστιας σημασίας γεγονός στην Παγκόσμια Ιστορία. Ξεκινώντας από την Αραβία ο Μωαμεθανισμός εξαπλώνεται από τους διαδόχους του Μωάμεθ (Χαλίφες), οι όποιοι με τον ιερό πόλεμο (Τζιχάντ) κατακτούν σε λίγα χρόνια τεράστιο μέρος του τότε γνωστού κόσμου. Οι Άραβες συντρίβουν τους Πέρσες, κατακτούν την Ισπανία και αποσπούν τις Ανατολικές επαρχίες (Συρία, Αίγυπτος, Παλαιστίνη) από την Βυζαντινή Αυτοκρατορία. Τελικά πολιορκούν και την ίδια την Κωνσταντινούπολη η οποία σώζεται χάρις στο υγρό πυρ και την αποτελεσματική άμυνα του Κωνσταντίνου του Πωγωνάτου και του Λέοντα του Ισαύρου αργότερα.

Έτσι όμως η Αυτοκρατορία χάνει πια τον οικουμενικό της χαρακτήρα και περιορίζεται στα εδάφη κυρίως της Μικράς Ασίας και της Βαλκανικής. Ωστόσο, επειδή «οὐδέν κακόν ἁμιγές καλοῦ», αυτή την εποχή συντελείται μία ομογενοποίηση του πληθυσμού και ένας οιονεί εξελληνισμός, ενώ τα τελευταία ρωμαϊκά κατάλοιπα εξαφανίζονται. Επί πλέον λόγω της βαθειάς θρησκευτικότητας πού επικρατεί, ανθεί η κοινωνική πρόνοια και η κοινωνική Ιατρική. Αυτοκράτορες, αυτοκράτειρες, πριγκήπισσες, πατρικίες ασχολούνται με έργα φιλανθρωπίας και ανακουφίσεως των πασχόντων. Ευαγή ιδρύματα και νοσοκομεία, οι λεγόμενοι ξενώνες εμφανίζονται παντού. Έκτος από την προγενέστερη «Βασιλειάδα» πού ήδη αναφέραμε ονομαστοί ήταν οι Ξενώνες του Σαμψών, του Ρωμανού του Λεκαπηνού και του Παντοκράτορος.

Αυτός ο τελευταίος ήταν ασφαλώς το τελειότερο Νοσοκομείο του Μεσαίωνα αφού διέθετε 80 κλίνες με τμήματα παθολογικό, χειρουργικό, γυναικολογικό, οφθαλμολογικό και περίπου 40 ιατρούς διαφόρων ειδικοτήτων συγκροτημένους σε σώμα και με διάταξη παρόμοια με τη σημερινή: Διευθυντής ονομαζόμενος πριμικύριος επιμελητές, βοηθοί. Ο ξενώνας διέθετε ακόμη φαρμακείο, βιβλιοθήκη και εξωτερικά ιατρεία. Αξίζει επίσης να σημειωθεί ότι ο Ιωάννης ο Ελεήμων, Πατριάρχης Αλεξανδρείας είχε ιδρύσει 7 λοχοκομεία (μαιευτήρια) στην περιοχή της επισκοπής του.

Την εποχή της Μακεδονικής Δυναστείας (9ος – 11ος αιώνες) παρατηρείται μία πνευματική αναγέννηση στο Βυζάντιο. Συνετέλεσε βέβαια η ύπαρξη στο θρόνο αυτοκρατόρων μορφωμένων οι όποιοι μάλιστα άφησαν αξιόλογο συγγραφικό έργο όπως ο Λέων ΣΤ’ ο Σοφός και ο Κωνσταντίνος Ζ’ Πορφυρογέννητος. Εξ άλλου ικανοί στρατηγοί αυτοκράτορες όπως ο Νικηφόρος Φωκάς, ο Ιωάννης Τσιμισκής και κυρίως ο Βασίλειος Β’ ο Βουλγαροκτόνος αποκατέστησαν την αίγλη του Βυζαντίου νικώντας Άραβες, Βουλγάρους και Σλάβους.

Κυρίαρχη πνευματική προσωπικότητα αυτής της εποχής ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Φώτιος, ο επιλεγόμενος Μέγας (820 – 891 μ.Χ.). Γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη και με την ευρύτατη μόρφωση του ασχολήθηκε με φιλολογία, ποίηση, αστρονομία, μαθηματικά και ιατρική. Έγραψε πολλά βιβλία με σπουδαιότερο τη «Μυριόβιβλο» όπου παραθέτει, αναλύει και σχολιάζει όλους τους προγενέστερους επιστήμονες, συγγραφείς, ποιητές κλπ. Το έργο του Φωτίου έχει ιδιαίτερη σημασία για τον Αρχαίο Ελληνικό Πολιτισμό γενικά και για την Ιατρική ειδικότερα. Ήταν εκείνος πού ανέλαβε την μεταγραφή ενός τεράστιου αριθμού αρχαίων κειμένων πού ήταν γραμμένα σε παπύρους και περγαμηνές, αλλά με κεφαλαία γράμματα, σε συνεχή γραφή και μάλιστα τα προ της Αλεξανδρινής περιόδου χωρίς τόνους και σημεία στίξεως.

Ο Φώτιος αρχίζοντας από τον Όμηρο και, φθάνοντας μέχρι τον Γαληνό οργάνωσε ένα πολυάνθρωπο συνεργείο αντιγραφέων, μελετητών κλπ. ώστε να μεταγραφούν τα αρχαία κείμενα και να γίνουν κατανοητά στο ευρύτερο κοινό. Χωρίς υπερβολή όλη σχεδόν η Αρχαία Ελληνική Γραμματεία έφθασε στη Δύση χάρις στις μεταγραφές του Φωτίου. Αυτοί βέβαια πού πρώτοι ωφελήθηκαν ήταν οι Άραβες πού μετέφρασαν τα Αρχαία Ελληνικά κείμενα στα Αραβικά χρησιμοποιώντας Σύρους μεταφραστές. Βέβαια οι Άραβες πού στο μεταξύ είχαν αναπτύξει αξιόλογο πολιτισμό ενδιαφέρονταν πάντα για τα Αρχαιοελληνικά επιτεύγματα, όπως ο Μέγας Χαλίφης Άλ Μαμούν του οποίου ο προσωπικός Ιατρός Χουνάιν Ίμπν Ισχάκ γνωστός με το ελληνοπρεπές όνομα Ιωαννίκιος έγραψε σχόλια για τον Γαληνό και μετέφρασε όπως ήδη αναφέραμε τα συγγράμματα του Παύλου του Αιγινήτου. Άλλωστε οι Άραβες από την αρχή της επέκτασης τους είχαν έρθει σε επαφή με τα Ελληνικά Ιατρικά Επιτεύγματα χάρις στις Ιατρικές Σχολές πού υπήρχαν στην Νίσυβη της Συρίας η την Έδεσσα της Μεσοποταμίας.

Είναι χαρακτηριστικό ότι το περίφημο Μουσείο της Αλεξανδρείας πού ιδρύθηκε από τους Πτολεμαίους τον 3° π.Χ. αιώνα, λειτουργούσε για πολλά χρόνια μετά την Αραβική κατάκτηση της Αιγύπτου. Έτσι εμφανίζονται διάσημοι Άραβες Φιλόσοφοι, Ιατροί και Εγκυκλοπαιδιστές: ο Ραζής, ο Αβικέννας, ο Αμπουλκασής και ο Αβερρόης. Σε φιλοσοφικό επίπεδο οι Άραβες αναβίωσαν τον Αριστοτελισμό και επηρέασαν ιδιαίτερα τους χριστιανούς φιλοσόφους του υστέρου Μεσαίωνα στην Ευρώπη, οι όποιοι προσπάθησαν όχι πάντα με επιτυχία να συνδυάσουν τις Αριστοτελικές απόψεις με την χριστιανική διδασκαλία. Αναφέρονται ενδεικτικώς: ο Θωμάς ο Ακινάτης, ο Albertus Magnus και ο R. Bacon (12ος – 13ος αιώνας).

Ο διασημότερος πάντως από τους Άραβες Ιατρούς ήταν ο Ιμπν Σινά η Αβικέννας (980 -1037) πού υπήρξε επίσης μαθηματικός, αστρονόμος και φιλόσοφος. Το κορυφαίο Ιατρικό έργο του Αβικέννα «Κανόνας Ιατρικής Kanum Al Tibb» το όποιο γνώρισε αλλεπάλληλες εκδόσεις και ήταν για πολλούς αιώνες το κλασσικό εγχειρίδιο των Ιατρικών σχολών στα Πανεπιστήμια της Δύσεως, δεν είναι παρά μία αριστουργηματική παρουσίαση των απόψεων του Γαληνού και του Ιπποκράτη (θεωρία των Χυμών). Γίνεται εύκολα αντιληπτό ότι από τον συγκερασμό του Ελληνικού και Αραβικού Πολιτισμού προέκυψε αυτό πού προφανώς ο Κ. Ρωμανός αποκαλεί στο βιβλίο του ως «Ελληνιστικό Ισλάμ» με τεράστια επίδραση στην Δυτική Ευρώπη πού έβγαινε τότε σιγά – σιγά από τον λήθαργο και την αμάθεια του Μεσαίωνα.

Βέβαια θα πρέπει εδώ να σημειώσουμε ότι και στο Βυζάντιο την εποχή αυτή υπήρχε ένα πέπλο αμάθειας προλήψεων και σκοταδισμού πού κάλυπτε συχνά την «επίσημη» Ιατρική. Δεν μιλάμε φυσικά για την υπέρμετρη θρησκευτική πίστη σύμφωνα με την οποία όλες οι ασθένειες θεραπεύονταν με την παροχή της θείας χάριτος, αντίληψη πού οπωσδήποτε ανέκοπτε τις επιστημονικές προσπάθειες αλλά και για τους εξορκισμούς, τα φυλακτά και τις μαγγανείες πού ήταν αρκετά διαδεδομένα και στους ευγενείς και στον όχλο. Ο ιδρυτής της Βυζαντινολογίας Κρουμβάχερ αναφέρει στο μνημειώδες έργο του «Ιστορία Βυζαντινής Λογοτεχνίας» ότι κυκλοφορούσαν Ιατρικά διδακτικά ποιήματα και οικιακά Ιατρικά εγχειρίδια γεμάτα από μαγγανείες, αναφορές σε μυστηριώδη και απόκρυφα φάρμακα ανατολικής προέλευσης καθώς και επικλήσεις σε δαίμονες. Είναι ενδιαφέρον ότι αυτές οι δημώδεις και εμπειρικές συμβουλές ονομάζονταν Ιατροσόφια όρος πού χρησιμοποιείται και σήμερα…

Τον 11° μ.Χ. αιώνα διακρίθηκαν ιδιαίτερα 2 άνθρωποι πού ασχολήθηκαν με όλες τις επιστήμες: τη θεολογία, την αστρονομία, τη φυσική, τη φιλοσοφία και την ιατρική. Ήσαν ο Σήθ Συμεών και ο Μιχαήλ Ψελλός. Ο πρώτος είναι ο συγγραφέας βιβλίου πού περιγράφονται ιατρικές και διαιτητικές δυνάμεις καρπών, φυτών καθώς και οι ιδιότητες νέων φαρμάκων ανατολικής προέλευσης (ο Σήθ γνώριζε καλά τα Αραβικά). Έχει εκδόσει μάλιστα και μία αρκετά αξιόλογη «Σύνοψη περί ουρών».

Ο δεύτερος (1018 – 1096 μ.Χ.), επονομαζόμενος και Ύπατος των Φιλοσόφων (αφού διετέλεσε και Πρύτανης του Πανεπιστημίου της Κωνσταντινουπόλεως), ανάμεσα στο τεράστιο συγγραφικό έργο του (αστρονομία – φιλοσοφία – φυσικές επιστήμες – μαθηματικά – ιστοριογραφία), ασχολήθηκε εκτενώς και με την Ιατρική, γράφοντας το «Σύνταγμα κατά στοιχείον περί δυνάμεως και τροφών και της εξ αυτού ωφελείας και βλάβης» καθώς και «Περί Σεληνιασμού». Σύμφωνα με νεώτερους ερευνητές (Πουρναρόπουλος) το σύγγραμμα Ανωνύμου: «Εισαγωγή Ανατομική» και «Ύπατου – Περί ερμηνείας μερών του Σώματος» πού εκδόθηκε Ελληνικά και Λατινικά το 1744 ανήκει στον Μιχαήλ Ψελλό.

Μετά την άλωση του 1204 από τους Φράγκους, στα ελληνικά κράτη της Νίκαιας και της Τραπεζούντας παρατηρήθηκε σημαντική επιστημονική κίνηση, προόδευσαν τα μαθηματικά, η αστρονομία, η βοτανολογία και εμφανίσθηκαν επιφανέστατοι θετικοί επιστήμονες και φιλόσοφοι, όπως ο Νικηφόρος Βλεμμύδης, ο Μανουήλ ο Τραπεζούντιος, ο Μάξιμος Πλανούδης κ.α. Ειδικά στον τομέα της Ιατρικής αξίζει να αναφέρουμε τον Ιωάννη Ζαχαρίου πού έδρασε περί τα τέλη του 13ου αιώνα στην Κωνσταντινούπολη και ήταν θεράπων ιατρός του Παλαιολόγου και της αυλής του, και γι’ αυτό ονομάζεται και Ακτουάριος.

Ασχολήθηκε με τη φαρμακολογία, θεραπευτική, βοτανολογία και εισήγαγε πολλά νέα φάρμακα στην ιατρική φαρέτρα. Το σύγγραμμα του «Περί ενεργειών και παθών του ψυχικού πνεύματος» τυπώθηκε αρχικά στο Παρίσι το 1577 και μετά από τον Fischer στη Λειψία το 1774 μεταφρασμένο στα Λατινικά. Εξ αλλού η αξιόλογη πραγματεία του «Περί ουρών» καθώς και τα 2 βιβλία του «Περί διαγνώσεως» είχαν μεγάλη διάδοση και γνώρισαν πολλές εκδόσεις. Στη Νίκαια πάλι έδρασε ο Νικόλαος Μυρεψός.

Όπως προκύπτει από το επίθετό του (ψήνω, αποστάζω μύρο), ασχολήθηκε κυρίως με την φαρμακολογία. Το Συνταγολόγιό του αποτελούμενο από χιλιάδες συνταγές φαρμάκων μεταφράστηκε τον 14ου αιώνα από τον Ιατρό Νικόλαο Ρηγίνο για χρήση φοιτητών της Ιατρικής Σχολής του Σαλέρνο και γνώρισε ακολούθως συνεχείς Ιατρικές εκδόσεις μεταφρασμένο (Βασιλεία 1549, Φραγκφούρτη 1625). Αποτελούσε περίπου το επίσημο εγχειρίδιο Φαρμακολογίας των Ιατρικών Σχολών της Δυτικής Ευρώπης μέχρι τον 17ο αιώνα.

Σ’ αυτό το άρθρο προσπαθήσαμε να δώσουμε μια γενική εικόνα της πορείας της Βυζαντινής Ιατρικής, προβάλλοντας αδρά και το ιστορικό πλαίσιο αυτής της εποχής. Ελπίζουμε λοιπόν οι αναγνώστες να συμφωνήσουν με την άποψη ότι το Βυζάντιο (αν και αγνοημένο από πολλούς σ’ αυτό τον τομέα) κατέχει εν τούτοις μία σημαντική θέση στην διαχρονική διαδρομή αυτής της επιστήμης.
*(Πηγή: Περιοδικό «Αεροπός»,σελίδα 25)
Bασίλειου Σπανδάγου
Ιατρού – Ιστορικού Ερευνητού

Σχόλια