Ταταύλα: Η ιστορία μιας Ελληνικής συνοικίας

Οι μουσουλμάνοι έλεγαν κάποτε :  Σαν πας στα Ταταύλα ο κυρ Χρύσανθος δεν θα σ'αφήσει να μπεις. Είναι γκιαούρ μαχαλά.Ενδεικτική παροιμία για τη σύσταση του πληθυσμού στα Ταταύλα είναι η παραπάνω.

Ο συνοικισμός δημιουργήθηκε μετά την Άλωση, όπως μαρτυρούν οι περισσότερες πηγές και η έλλειψη αναφορών στην περιοχή κατά τη Βυζαντινή περίοδο. H περιοχή Ταταύλα τοποθετείται γεωγραφικά στην ευρωπαϊκή πλευρά της Κωνσταντινούπολης, πάνω από την περιοχή Κασίμ Πασά –η οποία εκτείνεται πάνω από τη βόρεια όχθη του Κεράτιου κόλπου– και βόρεια του Σταυροδρομίου. Η περιοχή εκτεινόταν στις παρυφές και τα υψώματα του ομώνυμου λόφου και ουσιαστικά μέχρι και τον 18ο αιώνα αποτελούσε ένα αραιοκατοικημένο κατάφυτο προάστιο της πόλης.

Η πρώτη κατοίκηση τοποθετείται στα μέσα του 16ου αιώνα, επί βασιλείας του σουλτάνου Σουλεϊμάν Α΄ (1520-1566), οπότε και μαρτυρείται ότι η περιοχή άρχισε να κατοικείται από ορθόδοξους πρώην αιχμαλώτους του οθωμανικού στόλου κυρίως από τα νησιά του Αιγαίου και του Ιονίου και από την Πελοπόννησο. Οι περισσότεροι από αυτούς τους αιχμαλώτους ήταν ναυτικοί οι οποίοι χρησιμοποιούνταν ως εργατοτεχνίτες στα ναυπηγεία –τους ταρσανάδες– του Κερατίου. Μετά την απόκτηση της ελευθερίας τους αρκετοί άρχισαν να μετοικούν πάνω από την περιοχή Κασίμ Πασά, σε μια τοποθεσία που ονομάστηκε Ταταύλα.Λίγο αργότερα και μετά την κατάκτηση της Χίου, πολλοί Χιώτες, έμποροι και εργάτες, εγκαταστάθηκαν σε διάφορες περιοχές της Κωνσταντινούπολης και σε σημαντικό ποσοστό στα Ταταύλα.

Ουσιαστικά, τα Ταταύλα αποτέλεσαν χώρο εγκατάστασης ορθόδοξων πληθυσμών από διάφορες περιοχές της μετέπειτα ελληνικής επικράτειας. Μάλιστα, αναφέρεται από κάποιους συγγραφείς ότι στα τέλη του 18ου αιώνα, γύρω στα 1793, και έπειτα από αίτημα των κατοίκων, απαγορεύτηκε με αυτοκρατορικό διάταγμα η εγκατάσταση και η διαμονή στην περιοχή αλλόθρησκων και αλλοεθνών, κάτι το οποίο συνεχίστηκε σε μικρό ή μεγαλύτερο βαθμό μέχρι τα πρώτα χρόνια του 20ού αιώνα. Οι χαρακτηρισμοί της περιοχής ως Gavur Tatavla (άπιστα/αλλόθρησκα Ταταύλα) ή Κüçük Atina (μικρή Αθήνα) είναι ενδεικτικοί της πληθυσμιακής της σύνθεσης και της πρωτοκαθεδρίας των ορθόδοξων χριστιανών.

Η ονομασία της περιοχής Ταταύλα προέρχεται, σύμφωνα με το Σκαρλάτο Βυζάντιο, από τις επαύλεις ή τους στάβλους που διατηρούσαν εδώ οι Γενουάτες του Γαλατά, οι οποίοι στα τουρκικά ονομάζονται «τάβλα». Η λέξη ελληνοποιήθηκε με την προσθήκη του άρθρου «τα» και έτσι προέκυψε η ονομασία Ταταύλα. Ωστόσο, μέχρι τα τέλη του 18ου αιώνα, οι Ευρωπαίοι περιηγητές αναφέρουν ότι εδώ υπήρχε ένα μικρό χωριό με το όνομα Άγιος Δημήτριος (Ayios Dimitrios, Ay Dimitri, St. Dimitri, St. Dimitre), από την ομώνυμη εκκλησία των ορθοδόξων της περιοχής. Από τον πολιούχο του συγκεκριμένου ναού είχε πάρει εξάλλου και το όνομά του αρχικά ο λόφος της περιοχής.

Η συνοικία τον 19ο αιώνα

Μέχρι τα μέσα του 19ου αιώνα, τα Ταταύλα θεωρούνταν μάλλον φτωχή συνοικία, σχετικά απομονωμένη λόγω των «ανήφορων και των απόκρημνων και πετρωδών δρόμων». Ο Γερμανός περιηγητής Hammer στις αρχές του 19ου αιώνα περιγράφει την περιοχή ως «συνοικία με στενά σοκάκια και άθλια σπίτια» και σημειώνει ότι τα Ταταύλα είναι μέρος «διασκέδασης και κραιπάλης των χαμηλότερων κοινωνικών στρωμάτων και των πιο ανήθικων ανθρώπων». Γενικά, η περιοχή συγκέντρωνε μεσοαστικά στρώματα.

Σε σύγκριση με το γειτονικό Πέρα, το οποίο «έπλεε εις το φως και ελικνίζετο στον θόρυβον του τότε κοσμοπολιτισμού, τα Ταταύλα ηρκούντο στα φανάρια της λάμπας που εφώτιζον νυσταλέως τους σκοτεινούς των δρόμους, και οι Ταταυλιανοί διεσκέδαζον με της βεγγερούλες των, ο ένας στου άλλου το σπήτι», σε αντίθεση με τα κοσμικά κέντρα και τους χορούς των αριστοκρατών του Πέρα. Τα συνοικιακά μπακάλικα και οι πλανόδιοι πουλητάδες έρχονταν επίσης σε αντίθεση με τα καταστήματα του μεγαλοαστικού Πέρα.

Η συνοικία τον 20ό αιώνα

Στις αρχές του 20ού αιώνα, τα Ταταύλα ήταν μια εύρωστη και σημαντική κοινότητα. Το 1911 συνδέθηκε με τροχιόδρομο με το Πέρα και έτσι η περιοχή ήταν ευκολότερα προσβάσιμη. Ο Χριστόδουλος Μελισσηνός αναφέρει ότι το 1913 όλοι οι κάτοικοι της περιοχής ήταν Έλληνες και περίπου 20.000· κατοικούσαν στα 3.000 ξύλινα διώροφα και τριώροφα σπίτια της περιοχής και δούλευαν κυρίως σε μαγαζιά και εταιρείες.

Στην περιοχή κυριαρχούσε όντως το ορθόδοξο ελληνικό στοιχείο: από τους Ρωμιούς τουλουμπατζήδες, τους πυροσβέστες της εποχής, που έτρεχαν να σβήσουν τις συχνές πυρκαγιές στην περιοχή, μέχρι τους καντηλανάφτες των εκκλησιών, που εκτελούσαν χρέη ντελάληδων και κοινοποιούσαν στα ελληνικά τις διάφορες ανακοινώσεις του οθωμανικού κράτους, η ελληνική παρουσία ήταν εντονότατη, αν όχι αποκλειστική. Ιδιαίτερα σημαντικό και γνωστό ήταν το πανηγύρι της Καθαράς Δευτέρας, το Μπακλά Χωράνι, όπως λεγόταν, το οποίο συγκέντρωνε ορθοδόξους από όλες τις κοινότητες και όλες τις τάξεις: τόσο οι χριστιανοί αστοί του Πέρα και άλλων συνοικιών όσο και οι κουτσαβάκηδες, οι μεταμφιεσμένοι φουστανελάδες, οι Λιάπηδες με τις μουστάκες και οι ιερόδουλες συνέρρεαν στην περιοχή και διασκέδαζαν.

Η πυρκαγιά και η παρακμή της συνοικίας

Η πρωτοκαθεδρία των ορθοδόξων στην περιοχή άρχισε να φθίνει από τα πρώτα χρόνια της εγκαθίδρυσης της τουρκικής δημοκρατίας. Αν και οι ρωμαίικες εφημερίδες ανέφεραν ως σημαντικό πρόβλημα στα Ταταύλα την παντελή άγνοια τουρκικών από πολλές οικογένειες κατά την πρώτη γενική απογραφή του 1927,  η πυρκαγιά του 1929 μετέβαλε την πληθυσμιακή σύνθεση της περιοχής. Οι πυρκαγιές δεν ήταν άγνωστο φαινόμενο στην περιοχή: όλο το 18ο και το 19ο αιώνα ξεσπούσαν συχνά, όμως εκείνη της 17ης Ιανουαρίου 1929 κατέστρεψε σχεδόν όλη την περιοχή και κατέκαψε τα ξύλινα σπίτια της.

Από το γεγονός αυτό και μετά, η περιοχή μετονομάστηκε σε Κουρτουλούς (Kurtuluş), ενώ ήδη από το 1927 είχαν αλλάξει με ειδικό νόμο του τουρκικού κράτους τα ονόματα των δρόμων. Η ελληνική της περιοχής εξακολούθησε μέχρι και τη δεκαετία του 1960 να αποτελεί μια από τις σημαντικότερες και τις ευρωστότερες δημογραφικά κοινότητες της μειονότητας στην Κωνσταντινούπολη. Σύμφωνα με πατριαρχική απογραφή του 1949, στην περιοχή των Ταταύλων κατοικούσαν 1.154 οικογένειες και στη γειτονιά των Προπόδων Κουρτουλούς 300.

Από το 1960, με την κατάργηση των κεντρικών εφοροεπιτροπών και την πόλωση των διμερών σχέσεων Ελλάδας-Τουρκίας εξαιτίας του Κυπριακού, η κοινότητα Κουρτουλούς ακολούθησε την πτωτική πορεία όλων των ορθόδοξων κοινοτήτων της Κωνσταντινούπολης. Το δημοτικό σχολείο της κοινότητας έπαψε να λειτουργεί το 2004 λόγω έλλειψης μαθητών.

Σχόλια